|
Σάββατο, 12 Ιούνιος 2010 10:01 |
|
Η καταναλωτικότητα, η υπερκατανάλωση αγαθών, είναι η βάση της οικονομικής πολιτικής του καπιταλισμού. Ο οποίος δημιούργησε μια κοινωνία αφθονίας και προπαγάνδισε την πολιτική, ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να ευημερούν. Η καλοπέραση – απλούστερα – είναι και βιολογική επιδίωξη. Εκεί χτύπησε η διαφήμιση της πρόκλησης. Στις οργανικές ανάγκες απευθύνθηκαν
τα κέντρα κατανάλωσης και δημιούργησαν την ψευδαίσθηση του δικαιώματος απόλαυσης όλων, σε όλα όσα παράγονται και διακινούνται. Οι άνθρωποι της δυτικής κοινωνίας απόχτησαν, άγγιξαν, όσα δεν είχαν ούτε ονειρευτεί. Την «ευτυχία» αυτή, όσο κοντινή και αν τη δέχτηκαν δεν την βίωσαν απαξάπαντες. Δίπλα στους ευτυχισμένους των περιστάσεων υπήρξαν και οι δυστυχείς, οι δυσαρεστημένοι, οι ταξικά κατώτεροι που δημιούργησαν το θεμιτό πρόβλημα της εξίσωσης, προς αυτούς. Στην επιδίωξη ίσων απολαυών, στηρίζονται οι κοινωνικοί αγώνες και οι εντάσεις. Παραπλανητικά κηρύγματα της ισονομίας και της ισοπολιτείας, κατασκεύασαν τους βίαιους επαναστάτες, όταν διαπίστωναν ότι χρησιμοποιούνται από τα συστήματα, απλά ότι εμπαίζονται και παραμερίζονται. Η καταναλωτική κοινωνία απόχτησε και τον αντίποδά της. Κατασκεύασε νέους άπληστους, χωρίς ανθρωπιστική παιδεία, χωρίς παραδόσεις, χωρίς οικογένεια με αμφισβητημένη και αυτή την ιδέα της πατρίδας, χωρίς μεταφυσικές ανησυχίες και χωρίς ιδανικά. Ιδανικό τους η φυγή και καταφυγή σε άλλες κοινωνίες του πλανήτη, μακριά από τον εαυτό τους, στα δίχτυα του φιληδονισμού και της απώλειας διαμέσου των ναρκωτικών. Σήμερα που τα έχουν όλα αισθάνονται φτωχότεροι και απελπισμένοι. Οι σύγχρονοι νέοι δεν έχουν ιδανικά για ν’ αγωνιστούν. Φτάνουν κάποτε να μη μπορούν ν’ αγαπήσουν ούτε τον ίδιο τον εαυτό τους. Είναι κορεσμένοι και αυτοαχρηστευμένοι από το σύστημα που τους απορρόφησε, τους αφιόνισε και τους πέταξε στο περιθώριο. Από αυτό το περιθώριο της μηδαμηνότητας αναπαράγονται όλα τα αντικοινωνικά στοιχεία της βίας, του μίσους και του μηδενισμού. Με αυτές τις απλές σκέψεις δημοσιολογούμε διαπιστώσεις που δε διαψεύδονται. Αλλά η διαπίστωση ενός προβλήματος είναι και η αρχή της επίλυσής του. Μιλάμε για επανίδρυση του κράτους, της διάσωσης της οικονομίας, της αγοράς που δεν έχει συναλλαγές και κέρδος. Την ηθική κρίση απλά τη διαπιστώνουμε αλλά την (επι)στροφή της κοινωνίας στις ανθρωπιστικές αρχές και δομές της ουδείς έφερε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και καμιά επένδυση δε γίνεται στις αξίες που παραμερίστηκαν. Αν πάψουμε να ανησυχούμε για τα πολλά ή λίγα ευρώ που είναι αποταμιευμένα και αντιπαραγωγικά στις χρυσοφόρες (για τους μετόχους τους) Τράπεζες και τα όποία ούτως ή άλλως προβλήματα δημιουργούν δίχως να επιλύουν κανένα και στραφούμε στην ηθική και πνευματική ανύψωση των ατόμων που συναποτελούν το λαό, οι ημέρες μας (στο προσδόκημο του βίου που είναι τόσο σύντομο και αβέβαιο) ίσως προλάβουμε να γίνουν καλύτερες. Γεμάτοι άγχη, φοβίες, ανασφάλειες, βιαιότητες, προκλήσεις, σύγχυση, βιώνουμε την εποχή μας. Κι αυτό το φαινόμενο το υφιστάμεθα (χωρίς να το αποδεχόμαστε) σε όλες τις μεταξύ μας σχέσεις, μέσα σε μια αγέλη που κολακευόμαστε να τη θεωρούμε κοινωνία ψυχών και σωμάτων, που στην καθημερινότητά μας είναι κι αυτή, ουσιαστικά, ανύπαρκτη. |