Ντόπιο πράμα σου λέει. Το προτιμούν οι αγοραστές επειδή πιστεύουν ότι είναι γνήσιο ή τουλάχιστον περισσότερο γνήσιο από τα εισαγόμενα εξ άλλων περιφερειών ή του εξωτερικού. Δυο από τα προϊόντα που άλλαξαν τρόπο διακίνησης είναι τα οπωροκηπευτικά και τα ψάρια. Λιγότερος ο κόσμος, παλιότερα, με κήπους σχεδόν όλα τα σπίτια. Kαλλιεργητές οι περισσότεροι κηπουρικών, από την αγορά προμηθεύονταν λίγα πράματα. Οι περιβολάρηδες εφοδίαζαν την αγορά με όσα σήκωνε ο γάϊδαρος. Δυο καφάσια ή κοφίνες ψάθινες, μια σε κάθε πλευρό του ζώου, και μικρότερα τελάρα πανωγόμι. Αυτό ήταν όλο κι όλο το εμπόρευμα
της ημέρας. Ήταν όμως ένας κινούμενος, ολόδροσος λαχανόκηπος. Η πελατεία γνωστή. Υπήρχε αμοιβαία εμπιστοσύνη. Από το μπαλκόνι διάλεγε η κυρά και δεν έκανε λάθος. Φρέσκα λαχανικά και αρωματικά (άνηθος, μαϊντανός, σέλινο, βασιλικά), κομμένα αποβραδίς, καταβρεγμένα, ολοπράσινα και με γεύση. Ο μπάρμπα Αναστάσης, πρόσφυγας από τη μικρασιατική περιπέτεια επαγγελματίας κηπουρός και καλός πωλητής, ξεπουλούσε νωρίς. Άνθρωπος με «ίσκιο». Πιο κάτω στα άλλα περιβόλια ο μπάρμπα Ιωσήφ, βορειοηπειρώτης αυτός, δεν είχε την πολυτέλεια ούτε ενός τετράποδου βοηθού. Παρά την ηλικία του, φόρτωνε ένα μακρύ καρότσι με μια ρόδα και σπρώχνοντας έφτανε κι αυτός στην αγορά, μέσα από τους χωματόδρομους. Ταλαιπωρία και αγώνας, όσο κι αν τα βλέπουμε γραφικά, σήμερα.- ν - Για να βγει ψάρι στην αγορά ήταν ζήτημα σύμπτωσης. Κάποια τελάρα με σαρδέλα(γυάλιζε ασπρογάλαζη και μοσκοβολούσε θάλασσα), γαύρο και σαφρίδια, αυτά ήταν τα λαϊκά ψάρια που έπρεπε να διατεθούν πριν το μεσημέρι. Πάγος δεν υπήρχε ούτε ψυγεία να τα κρατήσουν «ζωντανά»…μια βδομάδα! Το σαφρίδι φτωχό και άνοστο, αν δε γινόταν σαβόρο με καλό ξύδι, σκόρδο, βάγια και δεντρολίβανο, δεν έλεγε και πολλά πράματα. Σαβόρο και ο γαύρος, που τον έπαιρναν στ’ αμπέλια, για ν’ αλλαξοφαϊσουν, να πιουν ένα κρασί ή ένα ούζο οι αμπελουργοί. Αν ήταν πολλή η σαρδέλα ή ο γαύρος φορτωνόταν άλλος γάιδαρος, δυο τρία τελάρα και γρήγορα για τα κοντινά χωριά. Η παλάντζα σ’ ενέργεια, ξελαρύγκιασμα από τη φωνή προτού σφίξει η ζέστη γιατί το πράμα δεν άντεχε. Υπήρχε και η ψαραγορά, όπου οι αιγιώτικες τράτες έφερναν και άπλωναν στους πάγκους άλλο ψάρι. Οι οικογένειες Μεσσήνη, Θωμά Σουλιώτη, Μιχαλίτση, Καραμπέτσου, Παπαναστασίου, Σταθακόπουλου και Παρίση είχαν την αλίευση και το εμπόριο στα χέρια τους. Τότε υπήρχαν δυο συγκροτημένες αγορές. Η κρεαταγορά που λειτουργούσε στο αίθριο του σημερινού αρχαιολογικού μουσείου, επειδή για αγορά είχε αρχικά σχεδιαστεί και κατασκευαστεί και η ψαραγορά απέναντι εκεί που είναι σήμερα στεγασμένη η Αδελφότητα των Ηπειρωτών. Είχε στέγη με τζάμια η οροφή που ήταν κωνική. Μετά το 1950 βγήκαν οι κρεοπώλες και οι ψαράδες στην αγορά νοικιάζοντας καθένας δικό του μαγαζί. - νν - Είπαμε ότι το διαλεχτό- χοντρό ψάρι είχε τους συγκεκριμένους πελάτες του. Δεν ήταν όλοι οι αιγιώτες… λαός. Είχε και αρχόντους η πόλη. Ψώνιζαν οι άντρες κι από κοντά οι χαμάληδες της αγοράς που ήταν και λούστροι συνάμα για να πάνε τα ψάρια στα σπίτια των αφεντικών. Οι κυράδες ήταν αδιανόητο να βγουν και ν’ ανακατευτούν με την ψαρίλα και τα αίματα στα κρεοπωλεία. Σ’ αυτά, συχνά, εικόνες φρίκης έβλεπες στην ανηφόρα από την τεμπελόραχη (επειδή από κάτω ήταν τα σφαγεία) όπου τα μόλις προ ολίγου σφαγμένα τραγιά τα κουβαλούσαν δυο - δυο στον ώμο, περασμένα σε ξύλο, οι χαμάληδες προς τα μαγαζιά των χασάπηδων κι έσταζαν τα αίματα από τους λαιμούς των ζώων που δεν είχαν προλάβει να στραγγίσουν. Τα κεφάλια τους αμάδητα, καθώς και άλλα από μοσχάρια, καρφωμένα ψηλά στο τσιγκέλι για να φαίνεται η προέλευση και η γνησιότητα των κρεάτων. Για να φτάσει στο τραπέζι τσιπούρα από το Μεσολόγγι ή το Αιτωλικό, συνήθως πεσκέσι σε γιατρούς και δικηγόρους, αποτελούσε μεγάλη εύνοια. Φωνακλάδες οι διαλαλητές- μικροπωλητές, μέσα κρεαταγορά και στην ψαραγορά. Στους δρόμους, όπου, ξεχύνονταν με τις καλαμένιες κανίστρες, άλλες στο κεφάλι, άλλες στο μπράτσο, έδιναν το σύνθημα ότι η ψαριά τη νύχτα, ήταν καλή. Από την τεμπελόραχη οι ξενύχτηδες έβλεπαν τα γρι-γρι και όλη τη διαδικασία του ψαρέματος στον κόλπο. Πολλοί ήταν καϊκίσιοι άνθρωποι, ξυπόλητοι, με σφιχτό μάλλινο ζωνάρι ζωσμένοι και σηκωμένο το πανταλόνι ως κάτω από το γόνατο και μαύρο σκούφο με γείσο στο αχτένιστο κεφάλι τους, σε έπειθαν ότι ήταν της δουλειάς. Απ’ αυτούς βγήκε και το «ψαράδικο πανταλόνι » όταν η μόδα επέβαλε σε γυναίκες κυρίως να το φορέσουν μέχρι κάτω από το γόνατο και εφαρμοστό μάλιστα. Εικόνες μιας εποχής που δεν έχουν καταγραφεί όλες οι συμπεριφορές της….- ννν - Για να μην αφήσουμε ανοιχτή και ελλιπή την ενότητα, , έτσι και βρεθείς ξημερώματα τώρα στην ίδια πόλη αυτή που ζούμε, μην περιμένεις να συναντήσεις τον μπάρμπα Αναστάση με τις κοφίνες στο γαϊδαρό του, ούτε τον πλανόδιο ψαρά με πέντε οκάδες πράμα να ταΐσει την …πόλη και τα περίχωρα. Σήμερα έχουν αλλάξει και το εμπόριο και οι διατροφικές συνήθειες. Αυτοκίνητα ψυγεία κατεβάζουν του πουλιού το γάλα από εισαγόμενα φρούτα και χορταρικά από οργανωμένες λαχαναγορές, ως και πάσα μαναβική, μέχρι και εξωτικούς καρπούς και σφραγισμένα τελάρα από τις ιχθυόσκαλες με κατηγορίες ψαριών από τις θάλασσες της περιφέρειας αν μη του κόσμου. Πλούσια τα ελέη. Αλλά χωρίς γραφικότητα. Χωρίς τη γεύση και το άρωμα της γης και τη φρεσκάδα του πρωινού. Η παλιά γνησιότητα σχετιζόταν με την ολιγάρκεια και την εποχή. Κόβοντας την τελευταία ντομάτα, η ευχή ήταν : «άντε τώρα, κι από χρόνου»! Και το διφορούμενο αστείο ότι «της γριάς αγγούρι της θυμήθηκε το μεσοχείμωνο», σήμαινε το αδύνατο του πράγματος. Φυσικά, τώρα δεν υπάρχουν εποχικά είδη επειδή τα θερμοκήπια παράγουν όλα, οι εισαγωγές φέρνουν τα πάντα και οι εποχές ανακατεύτηκαν τόσο, με τον καιρό να έχει αποσυντονιστεί και είναι σα να μην υπάρχουν εποχές.Μπαίνεις σε ένα μανάβικο και θαυμάζεις τα μεγέθη των παλαιών ταπεινών λαχανικών. Αναζητάς εκείνο το άρωμα της γης στο είδος που πουλιέται και δεν οσφρίζεσαι τίποτα. Ακόμα και τα βερίκοκα και οι κοντούλες και τα φιρίκια, που αρωμάτιζαν το μαγαζί ως το πεζοδρόμιο, δεν αναδίνουν εκείνη την ευωδιά που συνδυαζόταν με την υπέροχη γεύση. Συμβιβαστήκαμε, αν και διαμαρτυρόμενοι (οι παλιότεροι). Για τους νεότερους πελάτες δεν υπάρχει πρόβλημα, τα βρίσκουν όλα καλά, επειδή δε γνώρισαν τα γνήσια κηπουρικά και τα φρούτα άλλης εποχής, όπως τα χρωμάτιζε η φύση και τα εμπλούτιζε με τους γευστικότατους χυμούς τους.... |